sex organ
sex
ˈsɛks
seks
or
ɔ:
aw
gan
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "sex organ"στα αγγλικά

01

σεξουαλικό όργανο, αναπαραγωγικό όργανο

a specialized anatomical structure involved in sexual reproduction and the expression of sexual characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sex organs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store