Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sex kitten
01
σεξουαλική γατούλα, συνεπικουρούμενη νεαρή γυναίκα
a young woman who is seductive and sexually attractive, often portrayed in a playful or provocative manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sex kittens



























