bearded
bear
ˈbɪə
bie
ded
dɪd
did
beaded

Ορισμός και σημασία του "bearded"στα αγγλικά

01

γενειοφόρος, με γένια

having hair growing on the lower part of one's face 
bearded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bearded
συγκριτικός βαθμός
more bearded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bearded man looked rugged and masculine with his thick facial hair. 

Ο γενειοφόρος άνδρας φαινόταν ανδρειωμένος και αρρενωπός με το πυκνό του τρίχωμα στο πρόσωπο.

02

γενειοφόρος, αχναρός

having a growth of hairlike awns 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store