Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sermonize
01
κηρύττω, επιδικάζω
to deliver a religious speech, often with the intention of imparting moral or spiritual guidance
Intransitive: to sermonize on sth | to sermonize about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sermonize
γ΄ ενικό πρόσωπο
sermonizes
ενεστώτα μετοχή
sermonizing
απλός αόριστος
sermonized
παθητική μετοχή
sermonized
Παραδείγματα
The minister sermonized on the virtues of compassion and kindness during the Sunday service.
Ο υπουργός έκανε κήρυγμα για τις αρετές της συμπόνιας και της καλοσύνης κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης λειτουργίας.
Λεξικό Δέντρο
sermonize
sermon



























