Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senorita
01
Σενιορίτα, Δεσποινίς
a Spanish title or form of address used to or of an unmarried girl or woman; similar to the English `Miss'
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
señoritas



























