Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Semaphore
01
σηματοφόρος, σύστημα σηματοδοσίας με σημαίες
a system of signaling using flags or other devices to communicate messages over a long distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
semaphores
Παραδείγματα
Before radios, they relied on semaphore to send urgent messages across the sea.
Πριν από τα ραδιόφωνα, βασίζονταν στο σηματοφόρο για την αποστολή επειγουσών μηνυμάτων στη θάλασσα.
to semaphore
01
μεταδίδω με σεμαφόρο, σηματοδοτώ με σεμαφόρο
convey by semaphore, of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
semaphore
γ΄ ενικό πρόσωπο
semaphores
ενεστώτα μετοχή
semaphoring
απλός αόριστος
semaphored
παθητική μετοχή
semaphored
02
σηματοδοτώ με σεμαφόρο, στέλνω σήματα με σεμαφόρο
send signals by or as if by semaphore



























