Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sellout
01
προδοσία, πώληση
a betrayal of one's principles principles, country, cause, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sellouts
02
πλήρης πώληση, εξάντληση αποθέματος
the selling of an entire stock of something
03
εξαντλημένο, γεμάτο
a sporting event, theatrical performance, etc. the tickets of which are all sold
04
πωλημένος, προδότης
someone who has sold out
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sellout
sell
out



























