sellout
sell
ˈsɛl
sel
out
aʊt
awt
veloute

Ορισμός και σημασία του "sellout"στα αγγλικά

01

προδοσία, πώληση

a betrayal of one's principles principles, country, cause, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sellouts
02

πλήρης πώληση, εξάντληση αποθέματος

the selling of an entire stock of something 
03

εξαντλημένο, γεμάτο

a sporting event, theatrical performance, etc. the tickets of which are all sold 
04

πωλημένος, προδότης

someone who has sold out 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sellout

sell

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store