Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sellotape
01
κολλητική ταινία, σελοτέιπ
a type of adhesive tape that is transparent, sticky on one side, and used for various purposes such as sealing, repairing, or wrapping
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sellotapes
κύριο
Παραδείγματα
She used Sellotape to wrap the birthday presents.
Χρησιμοποίησε ταινία κολλητική για να τυλίξει τα δώρα γενεθλίων.
to sellotape
01
κολλώ με σελοτέιπ, ασφαλίζω με σελοτέιπ
to fasten or secure something with sticky tape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sellotape
γ΄ ενικό πρόσωπο
sellotapes
ενεστώτα μετοχή
sellotaping
απλός αόριστος
sellotaped
παθητική μετοχή
sellotaped
Παραδείγματα
She sellotaped the envelope closed before mailing it.
Εκείνη κόλλησε με ταινία το φάκελο πριν το στείλει.



























