seller
Pronunciation
/ˈsɛlɚ/

Ορισμός και σημασία του "seller"στα αγγλικά

01

πωλητής, πωλήτρια

a person or company that sells something
seller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sellers

Λεξικό Δέντρο

underseller
seller
sell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store