Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sell out
01
πουλώ, προδίδω τις αρχές μου
to betray one's principles or values for personal gain or convenience
Intransitive
Transitive: to sell out one's principles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
sell
ενεστώτας
sell out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sells out
ενεστώτα μετοχή
selling out
απλός αόριστος
sold out
παθητική μετοχή
sold out
Παραδείγματα
Some musicians resist the temptation to sell out and remain true to their music.
Μερικοί μουσικοί αντιστέκονται στον πειρασμό να πουληθούν και παραμένουν πιστοί στη μουσική τους.
02
πουλώ όλα τα εισιτήρια, εξαντλώ τα διαθέσιμα εισιτήρια
(of an event) to completely sell all available tickets, seats, leaving none remaining for further purchase
Intransitive
Παραδείγματα
The theater production sold out within minutes of the tickets going on sale.
Η θεατρική παραγωγή ξεπουλήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη των πωλήσεων εισιτηρίων.
03
ξεπουλώ, πουλώ όλα τα αποθέματα
to sell the entire supply of a particular product
Transitive: to sell out of a product
Παραδείγματα
The toy store sold out of the hottest new toy, and parents had to search for it in other stores.
Το παιχνιδοπωλείο ξεπούλησε το πιο δημοφιλές νέο παιχνίδι, και οι γονείς έπρεπε να το αναζητήσουν σε άλλα καταστήματα.
04
πουλήσει την επιχείρησή του, παραχωρήσει το μερίδιό του
to sell one's entire business or a portion of it
Intransitive
Παραδείγματα
The fashion designer received a tempting offer and decided to sell out.
Ο σχεδιαστής μόδας έλαβε μια δελεαστική προσφορά και αποφάσισε να πουλήσει.



























