Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sell off
01
εκποιώ, πωλώ σε εκπτωτική τιμή
to dispose items or assets by selling them, often at discounted prices
Transitive: to sell off possessions or assets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
sell
ενεστώτας
sell off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sells off
ενεστώτα μετοχή
selling off
απλός αόριστος
sold off
παθητική μετοχή
sold off
Παραδείγματα
The store decided to sell off its old inventory at a clearance sale.
Το κατάστημα αποφάσισε να ξεπουλήσει το παλιό του απόθεμα σε μια εκκαθάριση.
02
εκποιώ, πουλώ
to sell ownership of all or part of an industry or company by selling its assets
Transitive: to sell off a business or company
Παραδείγματα
The company decided to sell off its unprofitable divisions to cut costs.
Η εταιρεία αποφάσισε να πουλήσει τις μη κερδοφόρες διαιρέσεις της για να μειώσει το κόστος.



























