Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seek
01
αναζητώ, ψάχνω
to try to find a particular thing or person
Transitive: to seek sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
seek
γ΄ ενικό πρόσωπο
seeks
ενεστώτα μετοχή
seeking
απλός αόριστος
sought
παθητική μετοχή
sought
Παραδείγματα
The detective regularly seeks clues to solve complex cases.
Ο ντετέκτιβ αναζητά τακτικά στοιχεία για την επίλυση περίπλοκων υποθέσεων.
02
αναζητώ, επιδιώκω
to try to get or achieve something
Transitive: to seek something abstract
Παραδείγματα
She sought a promotion at work by taking on more responsibilities.
Αυτή επιδίωξε μια προαγωγή στη δουλειά αναλαμβάνοντας περισσότερες ευθύνες.
03
αναζητώ, επιδιώκω
to make an effort to achieve or obtain something
Transitive: to seek to do sth
Παραδείγματα
She sought to improve her skills by practicing every day.
Αυτή επιδίωκε να βελτιώσει τις δεξιότητές της με την καθημερινή εξάσκηση.
04
αναζητώ, ζητώ
to request for information
Transitive: to seek information
Παραδείγματα
She sought directions to the nearest gas station from a local resident.
Ζήτησε οδηγίες για το πλησιέστερο πρατήριο καυσίμων από έναν ντόπιο κάτοικο.
05
αναζητώ, κατευθύνομαι προς
to travel or go to a specific place
Transitive: to seek a place
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He sought the nearest hospital after injuring his leg.
Αναζήτησε το πλησιέστερο νοσοκομείο αφού τραυματίστηκε στο πόδι.
Seek
01
αναζήτηση, τοποθέτηση
the movement of a disk's read/write head to a specific data track
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seeks
Παραδείγματα
The drive's seek took longer due to fragmentation.
Η αναζήτηση της μονάδας διέρκει περισσότερο λόγω της κατακερματισμού.
Λεξικό Δέντρο
seeker
sought
seek



























