sedentary
Pronunciation
/ˈsɛdənˌtɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "sedentary"στα αγγλικά

01

καθιστικός, αδρανής

(of a job or lifestyle) including a lot of sitting and very little physical activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sedentary
συγκριτικός βαθμός
more sedentary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The job was sedentary, with little opportunity to move around.
Η δουλειά ήταν καθιστική, με ελάχιστες ευκαιρίες να κινηθείτε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store