Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sedentary
01
καθιστικός, αδρανής
(of a job or lifestyle) including a lot of sitting and very little physical activity
Παραδείγματα
The job was sedentary, with little opportunity to move around.
Η δουλειά ήταν καθιστική, με ελάχιστες ευκαιρίες να κινηθείτε.



























