Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Security measure
01
μέτρο ασφαλείας, συσκευή ασφαλείας
an electrical device that sets off an alarm when someone tries to break in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
security measures



























