Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Secondary school
01
δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γυμνάσιο
the school for young people, usually between the ages of 11 to 16 or 18 in the UK
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
secondary schools
Παραδείγματα
Secondary school serves as a critical transition period for students, where they build on the foundational knowledge acquired in primary school and prepare for higher education or vocational training.
Το γυμνάσιο λειτουργεί ως μια κρίσιμη περίοδος μετάβασης για τους μαθητές, όπου χτίζουν πάνω στη βασική γνώση που απέκτησαν στο δημοτικό και προετοιμάζονται για την ανώτερη εκπαίδευση ή την επαγγελματική κατάρτιση.



























