Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beacon
01
φάρος, σημαδούρα
a tower with a light that gives warning of shoals to passing ships
02
φάρος, σήμα πυρός
a fire (usually on a hill or tower) that can be seen from a distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beacons
03
φάρος, ραδιοφάρος
a radio station that sends signals to aircrafts and ships to help with their navigation
to beacon
01
καθοδηγώ με φάρο, σημαδεύω με φάρο
guide with a beacon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beacon
γ΄ ενικό πρόσωπο
beacons
ενεστώτα μετοχή
beaconing
απλός αόριστος
beaconed
παθητική μετοχή
beaconed
02
λάμπω σαν φάρος, ακτινοβολώ σαν φάρος
shine like a beacon



























