Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beachwear
01
παραλιακή ενδυμασία, ρούχα παραλίας
clothing and accessories worn for activities on or near the beach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























