beachwear
Pronunciation
/bˈiːtʃwer/

Ορισμός και σημασία του "beachwear"στα αγγλικά

01

παραλιακή ενδυμασία, ρούχα παραλίας

clothing and accessories worn for activities on or near the beach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store