seamster
Pronunciation
/ˈsimstɝ/

Ορισμός και σημασία του "seamster"στα αγγλικά

01

ράφτης, ενδυματολόγος

a person whose occupation is making and altering garments
seamster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seamsters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store