Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seam
01
ραφή, ένωση
a line of stitching that joins two or more pieces of fabric together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seams
02
φλέβα, στρώμα
a stratum of ore or coal thick enough to be mined with profit
03
ραφή, πτυχή
a slight depression or fold in the smoothness of a surface
to seam
01
ενώνω, ράβω
put together with a seam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seam
γ΄ ενικό πρόσωπο
seams
ενεστώτα μετοχή
seaming
απλός αόριστος
seamed
παθητική μετοχή
seamed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seamless
seamy
seam



























