Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beach chair
01
παραλιακή καρέκλα, αναδιπλούμενη καρέκλα
a folding chair for use outdoors; a wooden frame supports a length of canvas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beach chairs



























