beach
Pronunciation
/biːtʃ/

Ορισμός και σημασία του "beach"στα αγγλικά

01

παραλία, ακτή

an area of sand or small stones next to a sea or a lake
beach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beaches
Παραδείγματα
We had a picnic on the sandy beach, enjoying the ocean breeze.
Κάναμε πικ νικ στην αμμώδη παραλία, απολαμβάνοντας τον ωκεάνιο αέρα.
to beach
01

ξεβράζω, παρασύρω στην ακτή

to cause a marine animal to come onto shore or land, either intentionally or unintentionally
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
beach
γ΄ ενικό πρόσωπο
beaches
ενεστώτα μετοχή
beaching
απλός αόριστος
beached
παθητική μετοχή
beached
02

προσγειώνομαι στην παραλία, αποβιβάζομαι

land on a beach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store