be quiet
be
bi:
μπη
quiet
kwaɪət
κουαιατ
/biː kwˈaɪət/

Ορισμός και σημασία του "be quiet"στα αγγλικά

to be quiet
01

σιωπώ, επιλέγω να μην μιλάω

to stop talking or choose not to speak
to be quiet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
quiet
βασικό ρήμα
be
ενεστώτας
be quiet
γ΄ ενικό πρόσωπο
is quiet
ενεστώτα μετοχή
being quiet
απλός αόριστος
was quiet
παθητική μετοχή
been quiet
Παραδείγματα
Sometimes it's best to be quiet and just listen.
Μερικές φορές είναι καλύτερα να είσαι ήσυχος και απλά να ακούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store