to be quiet
be
bi
bi
quiet
kwaɪət
kvaiet

Ορισμός και σημασία του "be quiet"στα αγγλικά

to be quiet
01

σιωπώ, επιλέγω να μην μιλάω

to stop talking or choose not to speak 
to be quiet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
quiet
βασικό ρήμα
be
ενεστώτας
be quiet
γ΄ ενικό πρόσωπο
is quiet
ενεστώτα μετοχή
being quiet
απλός αόριστος
was quiet
παθητική μετοχή
been quiet
Παραδείγματα
He chose to be quiet during the argument. 

Επέλεξε να είναι ήσυχος κατά τη διάρκεια της διαμάχης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store