Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to be adrift
01
παρασύρομαι, είμαι σε παρασυρμή
be in motion due to some air or water current
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
adrift
βασικό ρήμα
be
ενεστώτας
be adrift
γ΄ ενικό πρόσωπο
is adrift
ενεστώτα μετοχή
being adrift
απλός αόριστος
was adrift
παθητική μετοχή
been adrift



























