scrotum
scro
ˈskrəʊ
skrew
tum
təm
tēm
scrota

Ορισμός και σημασία του "scrotum"στα αγγλικά

01

όσχεο, θύλακας των όρχεων

a pouch of skin that houses the testicles in the male reproductive system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
scrota
αρσενικό ενικό
scrotum

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store