scots
scots
skɒts
σκοτσ
spots

Ορισμός και σημασία του "scots"στα αγγλικά

01

σκοτσέζικος, σχετικός με τη Σκωτία

of or relating to or characteristic of Scotland or its people or culture or its English dialect or Gaelic language 
scots definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, culture, language
01

τα σκωτικά, η σκωτική διάλεκτος

the dialect of English used in Scotland 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scots

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store