Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scotch
01
σκοτσέζικος, σχετικός με τη Σκωτία
of or relating to or characteristic of Scotland or its people or culture or its English dialect or Gaelic language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
οικονομικός, φειδωλός
avoiding waste
Scotch
01
σκoτς, ουίσκι Σκωτίας
a type of whisky that is made in Scotland, typically from malted barley and aged in oak barrels for at least three years
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scotches
κύριο
02
εγκοπή, σημάδι
a slight surface cut (especially a notch that is made to keep a tally)
to scotch
01
κάνω μια μικρή τομή, σκαλίζω
make a small cut or score into
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scotch
γ΄ ενικό πρόσωπο
scotches
ενεστώτα μετοχή
scotching
απλός αόριστος
scotched
παθητική μετοχή
scotched
02
τελειώνω, εμποδίζω
to put an end to something or to hinder or thwart a plan or action
Παραδείγματα
Tomorrow, they will scotch any attempts to undermine their authority.
Αύριο, θα αποτρέψουν οποιαδήποτε προσπάθεια να υπονομεύσει την εξουσία τους.



























