Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to score out
01
σβήνω, διαγράφω
remove by or as if by rubbing or erasing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
score
ενεστώτας
score out
γ΄ ενικό πρόσωπο
scores out
ενεστώτα μετοχή
scoring out
απλός αόριστος
scored out
παθητική μετοχή
scored out



























