school year
school
sku:l
skool
year
jɪə
yie

Ορισμός και σημασία του "school year"στα αγγλικά

01

σχολικό έτος, εκπαιδευτική χρονιά

the period when students go to school, usually lasting around 9 to 10 months and divided into semesters or quarters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
school years
Παραδείγματα
The school year starts in September. 

Η σχολική χρονιά ξεκινά τον Σεπτέμβριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store