school district
school
ˈsku:l
skool
dist
dɪst
dist
rict
rɪkt
rikt

Ορισμός και σημασία του "school district"στα αγγλικά

School district
01

σχολική περιφέρεια, εκπαιδευτική περιφέρεια

a geographical area served by a single school system, typically overseen by a local government or educational authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
school districts
Παραδείγματα
The school district implemented new policies to improve academic performance and student outcomes. 

Η σχολική περιφέρεια εφάρμοσε νέες πολιτικές για τη βελτίωση της ακαδημαϊκής απόδοσης και των αποτελεσμάτων των μαθητών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store