Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schmooze
01
κουβέντα, ανεπίσημη συζήτηση
an informal conversation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schmoozes
to schmooze
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
talk idly or casually and in a friendly way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
schmooze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmoozes
ενεστώτα μετοχή
schmoozing
απλός αόριστος
schmoozed
παθητική μετοχή
schmoozed



























