schmoose
schmoose
ʃmu:s
σμουσ
/ʃmˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "schmoose"στα αγγλικά

01

ανεπίσημη συζήτηση, κουβέντα

an informal conversation
schmoose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schmooses
to schmoose
01

κουβεντιάζω, φλυαρώ

talk idly or casually and in a friendly way
to schmoose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
schmoose
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmooses
ενεστώτα μετοχή
schmoosing
απλός αόριστος
schmoosed
παθητική μετοχή
schmoosed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store