Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scarf
01
κασκόλ, μαντήλι
a piece of cloth, often worn around the neck or head, which can be shaped in a square, rectangular, or triangular form
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scarves/scarfs
Παραδείγματα
She wrapped a cozy scarf around her neck to shield herself from the biting winter wind.
Τυλίχτηκε ένα ζεστό κασκόλ γύρω από το λαιμό της για να προστατευτεί από τον τσουχτερός χειμωνιάτικος άνεμος.
02
σύνδεση με εγκοπή, ξύλινη άρθρωση
a joint made by notching the ends of two pieces of timber or metal so that they will lock together end-to-end
to scarf
01
τυλίγω με μαντήλι, διακοσμώ με μαντήλι
wrap in or adorn with a scarf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scarf
γ΄ ενικό πρόσωπο
scarfs
ενεστώτα μετοχή
scarfing
απλός αόριστος
scarfed
παθητική μετοχή
scarfed
02
αυνανίζομαι ενώ πνίγομαι, πνίγομαι ενώ αυνανίζομαι
masturbate while strangling oneself
03
ενώνω με άρθρωση σκάρφου, συνδέω με άρθρωση σκάρφου
unite by a scarf joint
04
καταβροχθίζω, τρώω γρήγορα
to eat or drink quickly or eagerly
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He scarfs his breakfast every morning before heading to work.
Καταβροχθίζει το πρωινό του κάθε πρωί πριν πάει στη δουλειά.



























