Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scare off
01
τρομάζω, αποθαρρύνω
to intimidate and frighten someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
scare
ενεστώτας
scare off
γ΄ ενικό πρόσωπο
scares off
ενεστώτα μετοχή
scaring off
απλός αόριστος
scared off
παθητική μετοχή
scared off
Παραδείγματα
The horror movie scared her off from going camping alone.
Η ταινία τρόμου την τρομοκράτησε και την απέτρεψε από το να πάει κάμπινγκ μόνη.
02
τρομάζω, απομακρύνω με φόβο
to cause fear in a person or an animal so that they choose to move away or retreat from a particular location or situation
Παραδείγματα
The aggressive behavior of the rival team may scare off some of our players.
Η επιθετική συμπεριφορά της αντίπαλης ομάδας μπορεί να τρομάξει μερικούς από τους παίκτες μας.



























