Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scare off
01
τρομάζω, αποθαρρύνω
to intimidate and frighten someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
scare
ενεστώτας
scare off
γ΄ ενικό πρόσωπο
scares off
ενεστώτα μετοχή
scaring off
απλός αόριστος
scared off
παθητική μετοχή
scared off
Παραδείγματα
The complexity of the task can scare potential candidates off.
Η πολυπλοκότητα της εργασίας μπορεί να τρομάξει πιθανούς υποψηφίους.
02
τρομάζω, απομακρύνω με φόβο
to cause fear in a person or an animal so that they choose to move away or retreat from a particular location or situation
Παραδείγματα
She scared the bullies off by standing up for herself.
Τρόμαξε τους νταήδες υπερασπιζόμενη τον εαυτό της.



























