Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acerbity
01
πικρία, αγριότητα
the quality of being harsh, severe, or bitter in tone or manner
Παραδείγματα
Management noted the acerbity of his emails and asked him to soften his language.
Η διοίκηση σημείωσε την δριμύτητα των email του και του ζήτησε να μαλακώσει τη γλώσσα του.
02
αψίδα, οξύτητα
a sharp, sour taste on the palate
Παραδείγματα
Grapefruit 's natural acerbity makes it a bold choice for morning cocktails.
Η φυσική αψίδα του γκρέιπφρουτ το καθιστά μια τολμηρή επιλογή για τα πρωινά κοκτέιλ.
Λεξικό Δέντρο
acerbity
acerb



























