Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to saw logs
01
ροχαλίζω, κοιμάμαι βαθιά
breathe noisily during one's sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
logs
βασικό ρήμα
saw
ενεστώτας
saw logs
γ΄ ενικό πρόσωπο
saws logs
ενεστώτα μετοχή
sawing logs
απλός αόριστος
sawed logs
παθητική μετοχή
sawed logs



























