Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satellite
01
δορυφόρος, διαστημικό σκάφος
an object sent into space to travel around the earth and send or receive information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
satellites
Παραδείγματα
The weather satellite provided real-time images of storm systems to help meteorologists forecast the weather.
Ο δορυφόρος καιρού παρείχε εικόνες σε πραγματικό χρόνο των συστημάτων καταιγίδων για να βοηθήσει τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τον καιρό.
02
δορυφόρος, φεγγάρι
a natural body in space that moves around the earth or other planets
Παραδείγματα
The Moon is Earth's satellite, orbiting our planet and affecting tides.
Το φεγγάρι είναι ο δορυφόρος της Γης, περιστρέφεται γύρω από τον πλανήτη μας και επηρεάζει τις παλίρροιες.
03
δορυφόρος, ακόλουθος
a person who closely follows, serves, or is dependent on another
Παραδείγματα
He acted as a satellite to the company's CEO.
Ενεργούσε ως δορυφόρος του CEO της εταιρείας.
to satellite
01
εκπέμπω μέσω δορυφόρου, μεταδίδω μέσω δορυφόρου
to transmit or distribute signals, programs, or information using a communications satellite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
satellite
γ΄ ενικό πρόσωπο
satellites
ενεστώτα μετοχή
satelliting
απλός αόριστος
satellited
παθητική μετοχή
satellited
Παραδείγματα
The network will satellite its news coverage worldwide.
Το δίκτυο θα δορυφορικά μεταδώσει την ειδησεογραφική κάλυψή του παγκοσμίως.
satellite
01
δορυφορικός, υποτελής
subject to or dominated by a central authority or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Satellite governments lacked independent decision-making power.
Οι δορυφορικές κυβερνήσεις δεν διέθεταν ανεξάρτητη εξουσία λήψης αποφάσεων.



























