sarcoma
sar
sɑ:
σα
co
ˈkəʊ
κεου
ma
μα
misnomerhomer

Ορισμός και σημασία του "sarcoma"στα αγγλικά

01

σάρκωμα, καρκίνος του συνδετικού ιστού

a type of cancer that develops in the connective tissues of the body, including muscles, bones, tendons, and cartilage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sarcomas
Παραδείγματα
Treatment for sarcoma may involve surgery, chemotherapy, and sometimes radiation therapy. 

Η θεραπεία του σαρκώματος μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία και μερικές φορές ακτινοθεραπεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store