Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sapient
01
σοφός, ευφυής
possessing wisdom, intelligence, or discernment, capable of rational thought and understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sapient
συγκριτικός βαθμός
more sapient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intelligence, cognition, wisdom
Παραδείγματα
The ancient texts were filled with stories of mythical creatures said to be as sapient as humans, possessing great wisdom and knowledge.
Τα αρχαία κείμενα ήταν γεμάτα με ιστορίες για μυθικά πλάσματα που λέγονταν ότι ήταν τόσο σοφά όσο οι άνθρωποι, κατέχοντας μεγάλη σοφία και γνώση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sapiential
sapiently
sapient
sapi



























