batik
ba
tik
ˈti:k
tik
sneakcreektweaksleek

Ορισμός και σημασία του "batik"στα αγγλικά

01

μπατίκ, τεχνική μπατίκ

‌a technique used to color designs on fabrics in which wax is applied to the parts that should be left undyed, originally used in the island of Java, Indonesia 
batik definition and meaning
Παραδείγματα
The batik technique involves a meticulous process of waxing and dyeing to achieve intricate designs on fabric. 

Η τεχνική του μπατίκ περιλαμβάνει μια σχολαστική διαδικασία κερίωσης και βαφής για την επίτευξη περίπλοκων σχεδίων στο ύφασμα.

02

μπατίκ, ύφασμα βαμμένο με την τεχνική του μπατίκ

a dyed fabric; a removable wax is used where the dye is not wanted 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
batiks
to batik
01

βαφή με κερί, χρωματισμός με κερί

dye with wax 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batik
γ΄ ενικό πρόσωπο
batiks
ενεστώτα μετοχή
batiking
απλός αόριστος
batiked
παθητική μετοχή
batiked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store