Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Batik
01
μπατίκ, τεχνική μπατίκ
a technique used to color designs on fabrics in which wax is applied to the parts that should be left undyed, originally used in the island of Java, Indonesia
Παραδείγματα
The museum featured exhibits showcasing the evolution of the batik across different cultures.
Το μουσείο παρουσίασε εκθέσεις που έδειχναν την εξέλιξη του μπατίκ σε διαφορετικούς πολιτισμούς.
02
μπατίκ, ύφασμα βαμμένο με την τεχνική του μπατίκ
a dyed fabric; a removable wax is used where the dye is not wanted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
batiks
to batik
01
βαφή με κερί, χρωματισμός με κερί
dye with wax
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batik
γ΄ ενικό πρόσωπο
batiks
ενεστώτα μετοχή
batiking
απλός αόριστος
batiked
παθητική μετοχή
batiked



























