Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salamander
01
σαλαμάνδρα, τρίτων
any ground-dwelling amphibian with a long body and tail that has a soft moist skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salamanders
Παραδείγματα
The salamander slowly crawled across the damp forest floor.
Ο σαλαμάνδρα σέρνεται αργά κατά μήκος του υγρού δαπέδου του δάσους.
02
πυρομαχτικό, ανακατευτήρι φωτιάς
fire iron consisting of a metal rod with a handle; used to stir a fire
03
σαλαμάνδρα, ερπετό που πιστεύεται ότι ζει στη φωτιά
reptilian creature supposed to live in fire



























