Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salad fork
01
πιρούνι σαλάτας, πιρούνι για σαλάτα
a smaller fork with shorter, thinner tines used for eating salads or other light dishes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
salad forks
LanGeek



























