Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saintlike
01
αγγελικός, άγιος
marked by utter benignity; resembling or befitting an angel or saint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most saintlike
συγκριτικός βαθμός
more saintlike
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, religion
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
saintlike
saint



























