sailing boat
sai
ˈseɪ
sei
ling
lɪng
ling
boat
bəʊt
bewt

Ορισμός και σημασία του "sailing boat"στα αγγλικά

01

ιστιοπλοϊκό, μικρό ιστιοφόρο

a small sailing vessel, typically equipped with a single mast 
sailing boat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sailing boats
Παραδείγματα
They spent the afternoon cruising the lake in their small sailing boat. 

Πέρασαν το απόγευμα κάνωντας κρουαζιέρα στη λίμνη με το μικρό τους ιστιοφόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store