Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safety razor
01
ξυράφι ασφαλείας, ασφαλές ξυράφι
a type of razor with a protective guard between the blade and the skin to reduce the risk of cuts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
safety razors
LanGeek



























