Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safety island
01
νησίδα ασφαλείας, νησίδα πεζών
an area within a roadway from which vehicular traffic is excluded to provide safety for pedestrians or to channel traffic flow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
safety islands
Παραδείγματα
The safety island allows pedestrians to cross in two stages.
Το νησάκι ασφαλείας επιτρέπει στους πεζούς να διασχίζουν σε δύο στάδια.



























