safety hat
Pronunciation
/sˈeɪfti hˈæt/

Ορισμός και σημασία του "safety hat"στα αγγλικά

01

κράνος ασφαλείας, προστατευτικό κράνος

a lightweight protective helmet (plastic or metal) worn by construction workers
safety hat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
safety hats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store