saber
sa
ˈseɪ
sei
ber
sobersaker
sabre

Ορισμός και σημασία του "saber"στα αγγλικά

01

σαΐτα, σιμίτηρ

a stout sword with a curved blade and thick back 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sabers
02

σαΐτα, σπαθί σαΐτας

a type of sword used in fencing, characterized by its slightly curved blade and specific rules for scoring points in saber fencing 
Παραδείγματα
He trained diligently with the saber to improve his technique. 

Εξασκήθηκε επιμελώς με το σαΐμι για να βελτιώσει την τεχνική του.

to saber
01

κόβω με σπαθί, τραυματίζω με σπαθί

cut or injure with a saber 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
saber
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabers
ενεστώτα μετοχή
sabering
απλός αόριστος
sabered
παθητική μετοχή
sabered
02

σκοτώνω με σπαθί, δολοφονώ με σπαθί

kill with a saber 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store