running shoe
Pronunciation
/ɹˈʌnɪŋ ʃˈuː/

Ορισμός και σημασία του "running shoe"στα αγγλικά

01

παπούτσι τρεξίματος, αθλητικό παπούτσι για τρέξιμο

a shoe that is light, comfortable, and suitable for running and other sports
running shoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
running shoes
Παραδείγματα
He replaced his old running shoes after noticing worn-out soles.
Αντικατέστησε τα παλιά του παπούτσια τρεξίματος αφού παρατήρησε φθαρμένες σόλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store