runner-up finish
ru
ˈrʌ
ra
nner
nər
nēr
up
ʌp
ap
fi
fi
nish
nɪʃ
nish

Ορισμός και σημασία του "runner-up finish"στα αγγλικά

Runner-up finish
01

δεύτερη θέση, φιναλίστ

a second-place result in a competition or event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
runner-up finishes
Παραδείγματα
She was proud of her runner-up finish in the marathon. 

Ήταν περήφανη για τη δεύτερη θέση της στον μαραθώνιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store