Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run on
01
παρατείνεται, συνεχίζεται χωρίς διακοπή
to continue without a pause, often lasting longer than expected or needed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run on
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs on
ενεστώτα μετοχή
running on
απλός αόριστος
ran on
παθητική μετοχή
run on
Παραδείγματα
The meeting ran on as the team delved into detailed discussions about the project's implementation.
Η συνάντηση παρατράβηξε καθώς η ομάδα εμβάθυνε σε λεπτομερείς συζητήσεις σχετικά με την υλοποίηση του έργου.
02
λειτουργεί με, τρέχει με
to operate using a specific energy source
Παραδείγματα
This car can run on electricity alone for short trips.
Αυτό το αυτοκίνητο μπορεί να λειτουργεί μόνο με ηλεκτρισμό για σύντομα ταξίδια.
03
μιλάω ασταμάτητα, συνεχίζω να μιλάω χωρίς σταματημό
to speak about something without pausing, even though it may be difficult to understand or follow
Παραδείγματα
She can run on for hours about her favorite TV shows, even if nobody's interested.
Μπορεί να μιλάει ασταμάτητα για ώρες για τις αγαπημένες της τηλεοπτικές εκπομπές, ακόμα και αν κανείς δεν ενδιαφέρεται.



























